<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<?xml-stylesheet type="text/xsl" href="../contes.xsl"?>
<conte>
<origine>https://fr.scribd.com/doc/19782244/ΓΚΥ-ΝΤΕ-ΜΩΠΑΣΑΝ-ΕΞΙ-ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ</origine>
<titre force="Στο δάσος">Στο δάσος</titre>
<para>Ο δήμαρχος μόλις είχε καθίσει στο τραπέζι για πρωινό όταν τον πληροφόρησαν ότι ο αγροφύλακας τον περίμενε στο ∆ημαρχείο με δυο συλληφθέντες. Πήγε αμέσως εκεί και βρήκε πράγματι τον αγροφύλακά του, τον μπάρμπα-Οσντύρ, όρθιο να φυλάει με αυστηρό ύφος ένα ζευγάρι μεσήλικων αστών.</para>
<para>Ο άντρας, ένας χοντρομπαλάς, με κόκκινη μύτη και άσπρα μαλλιά, φαινόταν καταντροπιασμένος, ενώ η γυναίκα, μια κυρούλα ντυμένη με την καλή της φορεσιά, ολοστρόγγυλη και πολύ χοντρή, με μάγουλα τσιτωμένα, κοίταζε με προκλητικό βλέμμα το όργανο της τάξης που τους είχε συλλάβει.</para>
<para>Ο δήμαρχος ρώτησε:</para>
<para>«Τι τρέχει, μπάρμπα-Οσντύρ;»</para>
<para>Ο αγροφύλακας έκανε την αναφορά του.</para>
<para>Είχε βγει το πρωί, τη συνηθισμένη ώρα, για να κάνει την περιπολία του προς τη μεριά του δάσους του Σαμπιού μέχρι τα σύνορα του Αρζαντέιγ. ∆εν παρατήρησε τίποτε το ασυνήθιστο στο ύπαιθρο, παρά μόνο ότι ο καιρός ήταν καλός και ότι το στάρι πήγαινε καλά, όταν ο γιός των Μπρεντέλ, που ξεβοτάνιζε το αμπέλι του, φώναξε:</para>
<para>«Ε, μπάρμπα-Οσντύρ, πήγαινε να δεις στην άκρη του δάσους, στους πρώτους θάμνους. Θα βρεις εκεί ένα ζευγάρι πιτσουνάκια που και δυο μαζί μετρούν εκατόν τριάντα χρόνια.</para>
<para>Ο αγροφύλακας πήγε προς την κατεύθυνση που του υπέδειξε. Μπήκε μέσα στην πυκνή βλάστηση και άκουσε κουβέντες και αναστεναγμούς που τον έκαναν να υποψιαστεί μια κατάφωρη παραβίαση των χρηστών ηθών.</para>
<para>Μπουσουλώντας λοιπόν, σαν να ήταν να πιάσει κάποιον λαθροκυνηγό έπιασε στα πράσα το ζευγάρι από εδώ τη στιγμή που αφηνόταν στα ένστικτά του.</para>
<para>Ο δήμαρχος έκπληκτος εξέταζε με το βλέμμα τους ένοχους. Ο άντρας θα ήταν εξήντα χρονών και η γυναίκα τουλάχιστον πενήντα πέντε.</para>
<para>Άρχισε να τους ρωτάει ξεκινώντας από τον άντρα, που απαντούσε τόσο χαμηλόφωνα, που μόλις ακουγόταν.</para>
<para>«Το όνομά σας;»</para>
<para>«Νικολά Μπορέν.»</para>
<para>«Το επάγγελμά σας;»</para>
<para>«Κατάστημα ειδών ραπτικής, οδός Μαρτύρων, στο Παρίσι.» «Τι κάνατε μες στο δάσος;»</para>
<para>Ο καταστηματάρχης σιωπούσε με τα μάτια του χαμηλωμένα επάνω στη μεγάλη του κοιλιά και τις παλάμες στους μηρούς.</para>
<para>Ο δήμαρχος συνέχισε:</para>
<para>«Αρνείστε τα όσα ανέφερε το όργανο της τάξεως;»</para>
<para>«Όχι, κύριε.»</para>
<para>«Λοιπόν, ομολογείτε;»</para>
<para>«Μάλιστα, κύριε.»</para>
<para>«Τι έχετε να πείτε προς υπεράσπισή σας;»</para>
<para>«Τίποτα, κύριε.»</para>
<para>«Πού συναντήσατε τη συνένοχό σας;»</para>
<para>«Είναι η σύζυγός μου, κύριε.»</para>
<para>«Η σύζυγός σας;»</para>
<para>«Μάλιστα, κύριε.»</para>
<para>«Λοιπόν ... δεν ζείτε μαζί ... στο Παρίσι;»</para>
<para>«Συγνώμη κύριε, μαζί ζούμε!»</para>
<para>«Μα τότε ... είστε τρελός, εντελώς τρελός, αγαπητέ μου κύριε, για να σας συλλαμβάνουν έτσι, στο ύπαιθρο, στις δέκα η ώρα το πρωί.»</para>
<para>Ο καταστηματάρχης φαινόταν να είναι έτοιμος να βάλει τα κλάματα από ντροπή. Ψιθύρισε:</para>
<para>«Αυτή το θέλησε! Της το’ λεγα εγώ πως ήταν ανόητο. Όταν όμως καρφωθεί κάτι στο μυαλό μιας γυναίκας ... ξέρετε ...το μυαλό της δεν ξεκολλά από εκεί.»</para>
<para>Ο δήμαρχος, που του άρεσε το γαλατικό πνεύμα, χαμογέλασε και αντέτεινε:</para>
<para>«Στην περίπτωσή σας, μάλλον το αντίθετο θα πρέπει να έχει συμβεί. ∆εν θα είσαστε τώρα εδώ, εάν αυτή το είχε μόνο μέσα στο μυαλό της.»</para>
<para>Τότε θυμός κατέλαβε τον κύριο Μπορέν και στράφηκε προς τη γυναίκα του:</para>
<para>«Βλέπεις πού μας οδήγησες με τις ποιητικές σου εξάρσεις; Ε; Πού καταντήσαμε; Και θα τρέχουμε στα δικαστήρια τώρα, στην ηλικία μας, για προσβολή των ηθών! Και θα πρέπει να κλείσουμε το μαγαζί, θα χάσουμε την πελατεία και θα αλλάξουμε και γειτονιά! Είδες πού καταντήσαμε;»</para>
<para>Η κυρία Μπορέν σηκώθηκε και, χωρίς να ρίξει μια ματιά στο σύζυγό της, άρχισε να εξηγεί χωρίς αμηχανία, χωρίς ανώφελη ντροπή, σχεδόν χωρίς δισταγμό.</para>
<para>«Για το Θεό, κύριε, δήμαρχε, το ξέρω πως έχουμε γελοιοποιηθεί. Μου επιτρέπετε να υπερασπισθώ την περίπτωσή μου σαν να ήμουν δικηγόρος ή καλύτερα σαν μια δυστυχισμένη γυναίκα; Και ελπίζω να μας αφήσετε να πάμε σπίτι μας, απαλλάσσοντάς μας από την ντροπή του διασυρμού.</para>
<para>Άλλοτε, όταν ήμουν νέα, γνώρισα τον κύριο Μπορέν σ’ αυτό εδώ το χωριό, μια Κυριακή. Ήταν υπάλληλος σ’ ένα κατάστημα ειδών ραπτικής κι εγώ ήμουν υπάλληλος σ’ ένα μαγαζί ετοίμων ενδυμάτων. Το θυμάμαι σαν να ήταν χθες. Περνούσα τις Κυριακές μου εδώ, πότε πότε, με μια φίλη μου, την Ροζ Λεβέκ, με την οποία συγκατοικούσα στην οδό Πιγκάλ. Η Ροζ είχε έναν φίλο, κι εγώ δεν είχα. Εκείνος μας έφερνε εδώ. Ένα Σάββατο μου ανήγγειλε γελώντας ότι θα έφερνε και ένα συνάδελφό του την άλλη μέρα. Κατάλαβα πολύ καλά τι ήθελε, αλλά του απάντησα ότι δεν χρειαζόταν. Ήμουν φρόνιμο κορίτσι, κύριε.</para>
<para>Την άλλη μέρα, λοιπόν, βρήκαμε στο τρένο τον κύριο Μπορέν. Ήταν εμφανίσιμος τότε, αλλά εγώ ήμουν αποφασισμένη να μην ενδώσω, και δεν ενέδωσα.</para>
<para>Φτάσαμε λοιπόν στη Μπεζόν. Είχε υπέροχο καιρό, τέτοιον που κάνει την καρδιά σας ν’ ανοίγει. Εμένα, όταν κάνει καλό καιρό, τώρα αλλά και παλιά, μου έρχεται να βάλω τα κλάματα και όταν είμαι στην εξοχή τα χάνω. Η βλάστηση, τα πουλιά που κελαηδούν, τα στάχυα που κυματίζουν στον άνεμο, τα χελιδόνια που πετούν τόσο γρήγορα, η μυρωδιά της χλόης, οι παπαρούνες, οι μαργαρίτες, όλα αυτά με τρελαίνουν! Είναι σαν τη σαμπάνια, όταν δεν την έχει συνηθίσει κανείς!</para>
<para>Λοιπόν, ο ουρανός ήταν καθαρός και ο καιρός υπέροχος και γλυκός, που έμπαινε στο κορμί σας από τα μάτια, όταν κοιτάζατε, και από το στόμα τη στιγμή που αναπνέατε. Η Ροζ και ο Σιμόν αγκαλιάζονταν κάθε λεπτό! Κάτι μ’ έπιανε όταν τους έβλεπα. Ο κύριος Μπορέν κι εγώ τους ακολουθούσαμε χωρίς να μιλάμε. Όταν δεν γνωρίζεσαι με κάποιον δεν βρίσκεις τι να πεις. Εκείνος έδειχνε δειλός και αυτό μου άρεσε, να τον βλέπω έτσι αμήχανο. Φτάσαμε κάποτε στο δασάκι. Εκεί ήταν δροσερά, σαν μέσα σε λουτρό, και όλοι καθίσαμε επάνω στο χορτάρι. Η Ροζ και ο φίλος της με πειράζανε γιατί είχα αυστηρό ύφος. Καταλαβαίνεται πως δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά. Και να που ξανάρχισαν ν’ αγκαλιάζονται χωρίς να ενοχλούνται, λες κι εμείς δεν ήμασταν εκεί. Έπειτα κάτι ψιθύρισαν μεταξύ τους και σηκώθηκαν και πήγαν μέσα στις φυλλωσιές χωρίς να πουν τίποτα. Φανταστείτε πόσο ανόητη έδειχνα στα μάτια αυτού του αγοριού που έβλεπα για πρώτη φορά. Ένοιωθα τόσο ταραγμένη βλέποντάς τους να φεύγουν και αυτό μου έδωσε θάρρος και άρχισα να μιλάω. Τον ρώτησα με τι ασχολιόταν· ήταν υπάλληλος σε κατάστημα ειδών ραπτικής, όπως σας πληροφόρησα πριν λίγο. Κουβεντιάσαμε λοιπόν για λίγο κι έτσι πήρε θάρρος και άρχισε τις οικειότητες, αλλά εγώ τον έβαλα στη θέση του και μάλιστα χωρίς περιστροφές . Έτσι δεν είναι, κύριε Μπορέν;»</para>
<para>Ο κύριος Μπορέν, που κοίταζε σαστισμένος τα πόδια του, δεν απάντησε.</para>
<para>Εκείνη συνέχισε: «Τότε εκείνος κατάλαβε πως ήμουν φρόνιμη και άρχισε να με φλερτάρει με ευγένεια, σαν έντιμος άνθρωπος. Από εκείνη τη μέρα και ύστερα ερχόταν κάθε Κυριακή. Ήταν πολύ ερωτευμένος μαζί μου, κύριε. Κι εγώ επίσης τον αγαπούσα πολύ, πάρα πολύ! Ήταν ένα όμορφο αγόρι, τότε.</para>
<para>Τελικά με παντρεύτηκε τον Σεπτέμβρη και ανοίξαμε το μαγαζί μας στην οδό των Μαρτύρων.</para>
<para>Τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν δύσκολα, κύριε. Η δουλειά δεν πήγαινε καλά κι εμείς δεν μπορούσαμε να ξοδεύουμε καθόλου για εκδρομές στην εξοχή. Κι έπειτα ξεσυνηθίσαμε. Άλλα πράγματα έχει κανείς στο μυαλό του όταν είναι έμπορας: σκέφτεται περισσότερο το ταμείο παρά τα λουλούδια. Γερνούσαμε σιγά σιγά, χωρίς να το παίρνουμε είδηση, σαν τους ήρεμους ανθρώπους που δεν σκέφτονται πια καθόλου τον έρωτα. ∆εν παραπονιέται κανείς για κάτι που δεν του περνάει από το μυαλό ότι του λείπει.</para>
<para>Μετά όμως, κύριε, οι δουλειές πήγαν καλύτερα κι εμείς σιγουρευτήκαμε για το μέλλον! ∆εν ξέρω, όμως, τι έγινε μέσα μου, όχι, πραγματικά δεν ξέρω!</para>
<para>Και να που ξανάρχισα να ονειρεύομαι σαν κοπελίτσα. Η θέα των μικρών αμαξιών με τα λουλούδια στους δρόμους μου έφερνε δάκρυα. Η μυρωδιά από τις βιόλες με κυνηγούσε μέχρι την πολυθρόνα μου, πίσω από το ταμείο και έκανε την καρδιά μου να χτυπά! Τότε σηκωνόμουν και έβγαινα στο κατώφλι της πόρτας μου για να δω το μπλε του ουρανού ανάμεσα από τις σκεπές. Όταν κοιτάζει κανείς τον ουρανό μέσα από έναν δρόμο, μοιάζει με μακρύ ποτάμι που κατεβαίνει φιδωτό επάνω από το Παρίσι και τα χελιδόνια περνούν εκεί μέσα σαν να είναι ψάρια. Είναι ανοησίες όλα αυτά για την ηλικία μου! Τι τα θέλετε, κύριε, όταν κανείς έχει δουλέψει όλη του τη ζωή, φτάνει κάποια στιγμή που αντιλαμβάνεται ότι θα μπορούσε να είχε κάνει άλλα πράγματα και τότε μετανιώνει, ναι, ναι, μετανιώνει! Σκεφθείτε λοιπόν ότι επί είκοσι χρόνια θα μπορούσα κι εγώ να πηγαίνω να μαζεύω φιλιά μέσα στα δάση, όπως οι άλλες, όπως κάνουν οι άλλες γυναίκες. Σκεφτόμουν πόσο όμορφο είναι να είσαι ξαπλωμένος κάτω από τα φύλλα και ν’ αγαπάς κάποιον! Και το μυαλό μου πήγαινε εκεί κάθε μέρα, κάθε νύχτα! Ονειρευόμουν φεγγαρόφωτα πάνω στο νερό, μέχρι που μου ερχόταν η επιθυμία να πνιγώ.</para>
<para>∆εν τολμούσα να μιλήσω γι’ αυτά στον κύριο Μπορέν στην αρχή. Ήξερα πολύ καλά πως θα με κορόιδευε και θα με έστελνε πάλι πίσω να πουλάω κουβαρίστρες και βελόνες! Και έπειτα, για να πω την αλήθεια, ο κύριος Μπορέν δεν μου έλεγε πια και πολλά πράγματα, αλλά κι εγώ, όταν κοιταζόμουν στον καθρέφτη, καταλάβαινα ότι κι εγώ δεν έλεγα πια τίποτε σε κανένα!</para>
<para>Αποφάσισα, λοιπόν, να του προτείνω μια εκδρομή στην εξοχή, στο χωριό που γνωριστήκαμε. Εκείνος δέχτηκε χωρίς να υποψιαστεί τίποτε και να’ μαστε εδώ, σήμερα το πρωί γύρω στις εννέα.</para>
<para>Εγώ ένιωσα πολύ αναστατωμένη όταν μπήκα μες στα στάχια. Η καρδιά των γυναικών δεν γερνάει! Και είναι αλήθεια πως δεν έβλεπα πια τον άντρα μου τέτοιον που είναι σήμερα, αλλά όπως ήταν τότε! Το ορκίζομαι, κύριε. Αλήθεια σας λέω, ήμουν μεθυσμένη. Άρχισα να τον αγκακιάζω και η έκπληξή του ήταν μεγαλύτερη από το εάν έκανα να τον σκοτώσω. Μου έλεγε συνέχεια: «Τρελάθηκες, τρελάθηκες σήμερα. Τι σ’ έπιασε;» Εγώ δεν τον άκουγα, άκουγα μόνο την καρδιά μου. Και τον οδήγησα μέσα στο δάσος ... Και να’ μαστε εδώ τώρα! Είπα την αλήθεια, κύριε δήμαρχε, όλη την αλήθεια.»</para>
<para>Ο δήμαρχος ήταν πνευματώδης άνθρωπος. Σηκώθηκε, χαμογέλασε και είπε: «Πηγαίνετε εν ειρήνη, μαντάμ, και μην ξαναμαρτήσετε ... κάτω από τα φύλλα των δέντρων.»</para>
<datetexte>22 Ιουνίου 1886</datetexte>
</conte>
