<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<?xml-stylesheet type="text/xsl" href="../contes.xsl"?>
<conte>
<origine>https://fr.scribd.com/doc/19782244/ΓΚΥ-ΝΤΕ-ΜΩΠΑΣΑΝ-ΕΞΙ-ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ</origine>
<titre force="Ο αλήτης">Ο αλήτης</titre>
<para>Περπατούσε εδώ και σαράντα μέρες ζητώντας παντού δουλειά. Άφησε το χωριό του, το Βιλ-Αβαρέ, στην περιοχή της Μάγχης, επειδή εκεί δεν υπήρχε δουλειά. Βοηθός ξυλουργού, είκοσι εφτά χρονών, καλό παιδί και άξιο παλικάρι, τον συντηρούσε δυο μήνες η οικογένειά του, αυτόν που ήταν ο μεγαλύτερος γιός, επειδή η γενικευμένη ανεργία τον ανάγκαζε να μένει με σταυρωμένα τα γερά του μπράτσα. Το ψωμί ήταν λιγοστό στο σπίτι· οι δυο αδελφές του πήγαιναν στο μεροκάματο αλλά κέρδιζαν λίγα· κι εκείνος, ο Ζακ Ραντέλ, ο πιο δυνατός στο σπίτι δεν έκανε τίποτε, επειδή δεν υπήρχε τίποτε να κάνει και έτρωγε το ψωμί των άλλων.</para>
<para>Πήγε λοιπόν στη ∆ημαρχία για να πάρει πληροφορίες κι εκεί ο γραμματέας του είπε ότι θα μπορούσε να βρει κανείς δουλειά στις κεντρικές περιοχές της χώρας.</para>
<para>Κι έτσι αναχώρησε, εφοδιασμένος με χαρτιά και βεβαιώσεις, με εφτά φράγκα στην τσέπη και κουβαλώντας στον ώμο, τυλιγμένα μέσα σ’ ένα μπλε μαντήλι κρεμασμένο στην άκρη του ραβδιού του, ένα ζευγάρι εφεδρικά παπούτσια, ένα παντελόνι και ένα πουκάμισο.</para>
<para>Και περπατούσε χωρίς σταματημό, μέρα νύχτα, στους ατέλειωτους δρόμους, κάτω από τον ήλιο και την βροχή, χωρίς να φτάνει ποτέ σ’ εκείνη τη μυστηριώδη χώρα όπου οι εργάτες βρίσκουν δουλειά.</para>
<para>Στην αρχή το έβαλε πείσμα να βρει δουλειά σαν ξυλουργός, αφού ξυλουργός ήταν. Αλλά σ’ όλες τις οικοδομές που πήγε του λέγανε πως μόλις είχανε απολύσει εργαζόμενους ελλείψει παραγγελιών, κι έτσι αποφάσισε, αφού τα λεφτά του κόντευαν να τελειώσουν, να κάνει όποια δουλειά του τύχαινε στο δρόμο.</para>
<para>Έτσι πότε έκανε τον σκαφτιά, πότε τον σταβλίτη, πότε τον πετροκόπο· έκοβε ξύλα, κλάδευε δέντρα, έσκαψε ένα πηγάδι, έκανε χαρμάνι για οικοδομές, έδενε δεμάτια, φύλαξε γίδια σ’ ένα βουνό, και όλα αυτά για λίγα λεφτά, επειδή το μόνο που κατάφερνε ήταν δυο ή τρεις μέρες ευκαιριακή απασχόληση, προσφέροντας τον εαυτό του σε εξευτελιστική τιμή προκριμένου να βάλει σε δοκιμασία την τσιγκουνιά των αφεντικών και των αγροτών.</para>
<para>Τώρα όμως, εδώ και μια εβδομάδα, δεν έβρισκε πια τίποτε, δεν είχε πια τίποτε και έτρωγε λίγο ψωμί χάρις στην ελεημοσύνη κάποιων γυναικών, που τις παρακάλεσε όταν τις είδε στο κατώφλι των σπιτιών τους, περνώντας από τον δρόμο. Η νύχτα έπεφτε και ο Ζακ Ραντέλ κουρασμένος, με πόδια καταπονημένα, με την κοιλιά άδεια, με την ψυχή γεμάτη απόγνωση, περπατούσε ξυπόλητος πάνω στη χλόη στην άκρη του δρόμου, επειδή φύλαγε το τελευταίο του ζευγάρι παπούτσια· το άλλο δεν υπήρχε πια εδώ και καιρό. Ήταν ένα Σάββατο προς το τέλος του φθινοπώρου. Τα γκρίζα σύννεφα κυλούσαν στον ουρανό, βαριά και γρήγορα, στο φύσημα του ανέμου που σφύριζε μες στα κλαδιά των δέντρων. Ένοιωθε κανείς ότι θα έβρεχε σε λίγο. Η εξοχή ήταν έρημη εκείνη την ώρα του δειλινού, την παραμονή της Κυριακής. Εδώ κι εκεί, μες στα χωράφια, υψώνονταν σαν κίτρινα, τερατώδη μανιτάρια, μερικές θημωνιές από άχυρο· και η γη έμοιαζε γυμνή μιας και είχε κιόλας σπαρθεί για την επόμενη χρονιά.</para>
<para>Ο Ραντέλ πεινούσε, πεινούσε σαν αγρίμι, σαν τους πεινασμένους λύκους που ορμάνε επάνω στους ανθρώπους. Εξασθενημένος, περπατούσε με μεγάλες δρασκελιές για να κάνει λιγότερα βήματα και, με το κεφάλι του βαρύ, με τις φλέβες να χτυπούν στα μηλίγγια του, με τα μάτια του κόκκινα, με το στόμα στεγνό, έσφιγγε το ραβδί στο χέρι του και του ερχόταν μια ακαθόριστη επιθυμία να χτυπήσει με όλη του τη δύναμη τον πρώτο περαστικό που θα συναντούσε να γυρίζει σπίτι για αν φάει τη σούπα του.</para>
<para>Κοίταζε τις άκριες του δρόμου και φανταζόταν ότι έβλεπε πατάτες να βρίσκονται επάνω στο ανασκαμμένο έδαφος. Εάν έβρισκε μερικές, θα μάζευε μερικά ξερά κλαδιά, θα άναβε μια μικρή φωτιά μέσα σε κανένα λάκκο και, μα την πίστη μου, θα δειπνούσε με τους ζεστούς και στρόγγυλους κονδύλους, που θα τους κρατούσε πρώτα, καυτούς όπως ήταν, μέσα στα παγωμένα του χέρια.</para>
<para>Η εποχή όμως της πατάτας είχε περάσει κι εκείνος θα έπρεπε, όπως και την προηγούμενη μέρα, να ροκανίσει ένα ωμό γογγύλι που είχε ξεριζώσει από κάποιο χωράφι.</para>
<para>Εδώ και δυο μέρες μονολογούσε φωναχτά και περπατούσε με μεγάλες δρασκελιές κυνηγημένος από τις σκέψεις του. Λίγα πράγματα είχε σκεφτεί μέχρι τότε, επειδή ο νους του και τα απλά πράγματα που έκανε περιστρέφονταν γύρω από τις επαγγελματικές του ασχολίες. Να όμως που η κούραση, το πεισματικό κυνήγι μιας εργασίας που δεν βρισκόταν πουθενά, οι αρνήσεις, οι αποδοκιμασίες, ο ύπνος επάνω στη χλόη, η ασιτία, η περιφρόνηση που ένιωθε από τους βολεμένους εξαιτίας της αλητείας του, η ερώτηση που του έκαναν καθημερινά: «Γιατί δεν μένετε στο σπίτι σας;», η θλίψη του να μην μπορεί να χρησιμοποιήσει τα ικανά του χέρια που τα αισθανόταν γεμάτα δύναμη, η ανάμνηση των γονιών του που είχαν μείνει σπίτι χωρίς λεφτά και αυτοί, όλα αυτά τον γέμιζαν σιγά σιγά με μιαν αργή οργή, που συσσωρευόταν κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε λεπτό και έβγαινε από το στόμα του, παρά τη θέλησή του, με τη μορφή σύντομων και οργισμένων φράσεων.</para>
<para>Παραπατώντας στις πέτρες που κυλούσαν κάτω από τα γυμνά του πόδια, γρύλιζε: «Αθλιότητα... αθλιότητα... γουρούνια... αφήνετε να πεθάνει από την πείνα έναν άνθρωπο... έναν ξυλουργό... γουρούνια... άφραγκος... άφραγκος... και να που βρέχει... γουρούνια!...»</para>
<para>Αγανακτούσε με την αδικία της τύχης, και τα έβαζε με τους ανθρώπους, με όλους τους ανθρώπους, αλλά και με την φύση αγανακτούσε, με τη μεγάλη, τυφλή μητέρα, που είναι άδικη, άγρια και δόλια.</para>
<para>Επαναλάμβανε με σφιγμένα δόντια: «Γουρούνια!» κοιτάζοντας τον λεπτό, γκρίζο καπνό που έβγαινε από τις σκεπές, την ώρα εκείνη του δείπνου. Και χωρίς να σκεφτεί την άλλη αδικία, την ανθρώπινη, εκείνη που ονομάζεται βία και κλοπή, του ερχόταν η επιθυμία να μπει σ’ ένα από εκείνα τα σπίτια, να ξυλοκοπήσει άγρια τους ενοίκους και να καθίσει εκείνος στο τραπέζι, στη θέση τους.</para>
<para>Έλεγε: «∆εν έχω το δικαίωμα να ζω, τώρα... αφού μ’ αφήνουν να πεθάνω από την πείνα... δεν ζητάω τίποτε άλλο παρά να δουλέψω, και όμως... γουρούνια!» Και η ταλαιπωρία των μελών του, η ταλαιπωρία της κοιλιάς του, η ταλαιπωρία της καρδιάς του ανέβαιναν στο κεφάλι του σαν τρομερή μέθη και γεννούσαν στο μυαλό του αυτή την απλή σκέψη: «Έχω το δικαίωμα να ζω, αφού αναπνέω, αφού ο αέρας είναι για όλους τους ανθρώπους. Λοιπόν, δεν έχει κανείς το δικαίωμα να μου στερεί το ψωμί!»</para>
<para>Η βροχή έπεφτε ψιλή, πυκνή, παγωμένη. Σταμάτησε και ψιθύρισε: «Αθλιότητα... άλλος ένας μήνας πορείας πριν επιστρέψω στο σπίτι...» Επέστρεφε πράγματι στο σπίτι του τώρα, γιατί καταλάβαινε πως ήταν πιθανότερο να βρει οποιαδήποτε απασχόληση στο χωριό του, όπου τον γνώριζαν, παρά στους μεγάλους δρόμους όπου όλος ο κόσμος τον υποπτευόταν.</para>
<para>Και αφού το επάγγελμα του ξυλουργού δεν είχε πέραση θα γινόταν χειρώνακτας, ασβεστοκονιαστής, σκαφτιάς, πετροκόπος. Εάν κέρδιζε λίγα λεφτά κάθε μέρα, κάτι θα βρισκόταν για φαϊ.</para>
<para>Έδεσε με κόμπο γύρω από το λαιμό του ό, τι είχε μείνει από το τελευταίο του μαντήλι, για να εμποδίσει το κρύο νερό να κυλήσει στη ράχη και στο στήθος του. Σύντομα όμως ένιωσε το νερό να διαπερνά το λεπτό ύφασμα των ρούχων του και έριξε μια αγωνιώδη ματιά τριγύρω, μια ματιά ενός ανθρώπου χαμένου που δεν ξέρει πια πού να προφυλάξει το κορμί του, πού ν’ ακουμπήσει το κεφάλι του, που δεν βρίσκει καταφύγιο σ’ ολόκληρο τον κόσμο.</para>
<para>Η νύχτα έπεφτε σκεπάζοντας με σκοτάδι τα χωράφια. ∆ιέκρινε μακριά, σ’ ένα λιβάδι, μια σκοτεινή κηλίδα επάνω στη χλόη: ήταν μια αγελάδα. Πήδησε το αυλάκι στην άκρη του δρόμου και κατευθύνθηκε προς το ζώο, χωρίς να ξέρει τι να κάνει.</para>
<para>Όταν βρέθηκε πλάι της, η αγελάδα σήκωσε προς το μέρος του το κεφάλι της κι εκείνος σκέφτηκε: «Εάν είχα κανένα δοχείο, θα μπορούσα να πιω λίγο γάλα.»</para>
<para>Κοίταξε την αγελάδα, και η αγελάδα τον κοίταζε, έπειτα, ξαφνικά, της έδωσε μια δυνατή κλωτσιά στο πλευρό: «Όρθια!» είπε.</para>
<para>Το ζώο σηκώθηκε αργά αφήνοντας να κρέμεται από κάτω του το βαρύ μαστάρι. Τότε ο άνθρωπος ξάπλωσε ανάσκελα, ανάμεσα στα πόδια του ζώου και ήπιε για πολλή ώρα πιέζοντας με τα δυο του χέρια το πρησμένο ζεστό μαστάρι, που μύριζε στάβλο. Ήπιε όσο γάλα βρισκόταν μέσα σ’ αυτή τη ζωντανή πηγή.</para>
<para>Η παγωμένη βροχή όμως έπεφτε όλο και πιο πυκνή, και όλη η πεδιάδα ήταν γυμνή, χωρίς να φαίνεται πουθενά ένα καταφύγιο. Κρύωνε και κοίταζε ένα φως που έλαμπε ανάμεσα στα δέντρα, στο παράθυρο ενός σπιτιού.</para>
<para>Η αγελάδα ξάπλωσε πάλι βαριά. Εκείνος κάθισε πλάι της, χαϊδεύοντάς της το κεφάλι με ευγνωμοσύνη επειδή τον τάισε. Η βαριά και δυνατή αναπνοή του ζώου, που έβγαινε από τα ρουθούνια του σαν δυο πίδακες ατμού στον βραδινό αέρα, περνούσε επάνω από το πρόσωπο του εργάτη, που έλεγε: «Εσύ δεν κρυώνεις εκεί μέσα.»</para>
<para>Τώρα τα χέρια του πηγαινοέρχονταν στο στέρνο του ζώου, ανάμεσα στα πόδια του, για να βρουν εκεί λίγη ζεστασιά. Τότε του ήρθε μια ιδέα: να ξαπλώσει και να περάσει τη νύχτα του κολλημένος στη μεγάλη, ζεστή κοιλιά του ζώου. Έψαξε, λοιπόν, να βρει ένα μέρος για να βολευτεί και έβαλε το μέτωπό του επάνω στο μεγάλο μαστάρι που τον είχε ποτίσει προηγουμένως. Έπειτα, καθώς ήταν πολύ κουρασμένος, αποκοιμήθηκε αμέσως.</para>
<para>Ξύπνησε όμως πολλές φορές, επειδή πότε η κοιλιά του, πότε η ράχη του ήταν παγωμένες, ανάλογα με το ποιο μέρος του σώματος ακουμπούσε στο πλευρό του ζώου. Τότε άλλαζε πλευρό για να ζεστάνει και να στεγνώσει το μέρος εκείνο που είχε μείνει εκτεθειμένο στον αέρα της νύχτας, και ξανακοιμόταν αμέσως μ’ έναν ύπνο βαρύ.</para>
<para>Το λάλημα ενός πετεινού τον έκανε να σηκωθεί. Μόλις είχε φέξει· δεν έβρεχε πια και ο ουρανός ήταν καθαρός.</para>
<para>Η αγελάδα ήταν ξαπλωμένη και είχε το μουσούδι της στο έδαφος. Έσκυψε, στηριζόμενος στα χέρια του, για να φιλήσει εκείνα τα φαρδιά ρουθούνια καμωμένα από υγρή σάρκα, και είπε: «Αντίο, ομορφούλα μου... μια άλλη φορά... είσαι ένα καλό ζώο... Αντίο...»</para>
<para>Έπειτα φόρεσε τα παπούτσια του και έφυγε.</para>
<para>Επί δύο ώρες προχωρούσε πάντα μπροστά ακολουθώντας την ίδια πορεία, έπειτα η κούραση τον κατέλαβε και ήταν τόσο μεγάλη που τον ανάγκασε να καθίσει μέσα στα χόρτα.</para>
<para>Είχε ξημερώσει για τα καλά· οι καμπάνες των εκκλησιών χτυπούσαν, άντρες με μπλε μπλούζες, γυναίκες με λευκά σκουφιά, άλλοι πεζοί, άλλοι επάνω σε κάρα, άρχισαν να περνούν στους δρόμους, πηγαίνοντας στα κοντινά χωριά να περάσουν την Κυριακή με τους φίλους τους, με τους γονείς τους.</para>
<para>Ένας χοντρός χωριάτης εμφανίστηκε οδηγώντας μπροστά του καμιά εικοσαριά πρόβατα που ήταν ανήσυχα και βέλαζαν και που τα κρατούσε ενωμένα στο κοπάδι ένα γρήγορο τσοπανόσκυλο.</para>
<para>Ο Ραντέλ σηκώθηκε και χαιρέτησε: «Μήπως έχετε καμιά δουλειά για έναν εργάτη που πεθαίνει της πείνας;» είπε.</para>
<para>Ο άλλος απάντησε ρίχνοντας ένα εχθρικό βλέμμα στον αλήτη: «∆εν έχω δουλειά για ανθρώπους που συναντάω στους δρόμους.»</para>
<para>Και ο ξυλουργός γύρισε να καθίσει στο χαντάκι του δρόμου.</para>
<para>Περίμενε πολλή ώρα κοιτάζοντας να περνούν μπροστά του οι αγρότες και έψαχνε να βρει τη μορφή κανενός καλού ανθρώπου, ένα πρόσωπο συμπονετικό, για ν’ αρχίσει πάλι τα παρακάλια.</para>
<para>∆ιάλεξε κάποιον που έμοιαζε με αστό και φορούσε ρεντιγκότα, με μια χρυσή αλυσίδα να του διακοσμεί την κοιλιά.</para>
<para>«Ψάχνω δουλειά εδώ και δυο μήνες», είπε. «∆εν βρίσκω τίποτε και δεν έχω ούτε μια δεκάρα στην τσέπη μου.»</para>
<para>Ο μικροαστός απάντησε: «Θα έπρεπε να διαβάσετε την ανακοίνωση που είναι τοιχοκολλημένη στην είσοδο του χωριού. – Απαγορεύεται η επαιτεία εντός των ορίων του ∆ήμου. – Σας πληροφορώ ότι εγώ είμαι ο δήμαρχος, και εάν δεν φύγετε αμέσως, θα πω να σας συλλάβουν.»</para>
<para>Ο Ραντέλ, που τον είχε κυριεύσει ο θυμός, μουρμούρισε: «Πείτε να με συλλάβουν, εάν το θέλετε. Το προτιμώ· δεν θα πεθάνω τουλάχιστον της πείνας.»</para>
<para>Και πήγε πάλι να καθίσει στο χαντάκι του.</para>
<para>Μετά από ένα τέταρτο της ώρας, πράγματι, δυο χωροφύλακες εμφανίστηκαν στο δρόμο. Προχωρούσαν αργά, πλάι πλάι, εμφανείς, αστραφτεροί στον ήλιο με τα κερωμένα τους κασκέτα, τους κίτρινους ιμάντες τους και τα μεταλλικά τους κουμπιά, σαν να ήθελαν να τρομάξουν τους κακοποιούς και να τους κάνουν να το βάλουν στα πόδια από μακριά, από πολύ μακριά.</para>
<para>Ο ξυλουργός κατάλαβε πως έρχονταν για εκείνον, αλλά δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Ξαφνικά τον κατέλαβε μια κρυφή επιθυμία να τους αψηφήσει, να τους αφήσει να τον συλλάβουν και να εκδικηθεί αργότερα.</para>
<para>Πλησίασαν χωρίς να δείχνουν πως τον είχαν δει. Προχωρούσαν με στρατιωτικό βηματισμό, βαρύ και ισορροπημένο σαν το βηματισμό της χήνας. Έπειτα ξαφνικά, περνώντας από μπροστά του, έκαναν πως τον ανακάλυψαν, σταμάτησαν και βάλθηκαν να τον παρατηρούν με απειλητικό και οργισμένο βλέμμα.</para>
<para>Και ο ενωμοτάρχης προχώρησε ρωτώντας: «Τι κάνετε εδώ;»</para>
<para>Ο άντρας απάντησε ήσυχα: «Ξεκουράζομαι.»</para>
<para>- Από πού έρχεστε;</para>
<para>- Εάν έπρεπε να σας πω όλους τους τόπους από όπου πέρασα, θα μου έπαιρνε περισσότερο από μια ώρα.</para>
<para>- Που πηγαίνετε;</para>
<para>- Στη Βιλ-Αβαρέ</para>
<para>- Και πού βρίσκεται αυτή;</para>
<para>- Στην περιοχή της Μάγχης.</para>
<para>- Είναι το χωριό σας;</para>
<para>- Είναι το χωριό μου.</para>
<para>- Γιατί φύγατε;</para>
<para>- Για να ψάξω δουλειά.»</para>
<para>Ο ενωμοτάρχης στράφηκε προς τον χωροφύλακά του και, με ύφος θυμωμένο ενός ανθρώπου που τον εξοργίζουν οι ίδιες πάντα απατηλές δικαιολογίες, είπε: «Όλοι αυτοί οι τύποι τα ίδια λένε. Εγώ όμως τα ξέρω αυτά.»</para>
<para>Έπειτα ξαναρώτησε: «Έχετε χαρτιά;» - Ναι, έχω.</para>
<para>- ∆ώστε τα.</para>
<para>Ο Ραντέλ πήρε τα χαρτιά του από την τσέπη, τις βεβαιώσεις του, άθλια χαρτιά φθαρμένα και βρώμικα που είχαν γίνει κομμάτια, και τα έδωσε στον χωροφύλακα. Εκείνος τα συλλάβισε με δυσκολία και έπειτα, αφού διαπίστωσε πως ήταν εντάξει, τα επέστρεψε με το ύφος ενός ανικανοποίητου ανθρώπου που κάποιος πονηρότερος από αυτόν τον ξεγέλασε.</para>
<para>Αφού το σκέφτηκε λίγο, ξαναρώτησε: «Έχετε λεφτά επάνω σας;»</para>
<para>- Όχι.</para>
<para>- Καθόλου;</para>
<para>- Καθόλου.</para>
<para>- Ούτε μια δεκάρα;</para>
<para>- Ούτε μια δεκάρα.</para>
<para>- Από τι ζείτε, λοιπόν;</para>
<para>- Από ό, τι μου δίνουν.</para>
<para>- Τότε, ζητιανεύετε;</para>
<para>Ο Ραντέλ απάντησε με αποφασιστικότητα:</para>
<para>«Ναι, όταν μπορώ.»</para>
<para>Ο χωροφύλακας όμως δήλωσε:</para>
<para>«Σας συλλαμβάνω επ’ αυτοφόρω για αλητεία και επαιτεία, άνευ πόρων και επαγγέλματος, εν μέση οδώ, και σας διατάσσω να με ακολουθήσετε.»</para>
<para>Ο ξυλουργός σηκώθηκε.</para>
<para>«Όπου θέλετε», είπε.</para>
<para>Και μπαίνοντας ανάμεσα στους δυο χωροφύλακες, χωρίς καν να πάρει διαταγή, πρόσθεσε:</para>
<para>«Άντε, βάλτε με μέσα. Έτσι θα έχω και κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μου όταν θα βρέχει.»</para>
<para>Και αναχώρησαν για το χωριό που ξεχώριζαν τα κεραμίδια του ανάμεσα από τα γυμνά κλαδιά των δέντρων, ένα τέταρτο της λεύγας μακριά. Ήταν η ώρα της θείας λειτουργίας όταν διέσχισαν το χωριό. Η πλατεία ήταν γεμάτη κόσμο και δυο σειρές σχηματίστηκαν αμέσως για να δούνε να περνάει ο κακοποιός ακολουθούμενος από μια ομάδα ξαναμμένων παιδιών. Οι χωριάτες και οι χωριάτισσες κοίταζαν τον συλληφθέντα ανάμεσα στους δυο χωροφύλακες, με το μίσος να λάμπει στα μάτια τους και με την επιθυμία να τον πετροβολήσουν, να τον γδάρουν με τα νύχια τους, να τον λιώσουν κάτω από τα πόδια τους. ∆ιερωτιόνταν εάν είχε κλέψει και εάν είχε σκοτώσει. Ο χασάπης, πρώην σπαχής, βεβαίωνε: «Είναι λιποτάχτης.» Ο καπνοπώλης στο πρόσωπό του αναγνώρισε εκείνον που του είχε πασάρει ένα κίβδηλο νόμισμα των πενήντα σαντίμ την ίδια μέρα το πρωί, και ο έμπορος ειδών κιγκαλερίας αναγνώρισε στο πρόσωπό του, χωρίς αμφιβολία, τον άφαντο φονιά της χήρας Μαλέ, που η αστυνομία έψαχνε εδώ και έξι μήνες.</para>
<para>Στην αίθουσα του δημοτικού συμβουλίου, όπου τον οδήγησαν οι φύλακές του, ο Ραντέλ ξαναβρήκε τον δήμαρχο, καθισμένο στην τράπεζα των συσκέψεων και πλάι του τον δάσκαλο. «Α! α!» φώναξε ο τοπικός άρχοντας, «να’ μαστε πάλι εδώ, παλικάρι μου. Σας το είχα τονίσει ότι θα έβαζα να σας συλλάβουν. Λοιπόν, ενωμοτάρχα, περί τίνος πρόκειται;»</para>
<para>Ο ενωμοτάρχης απάντησε: «Ένας αλήτης άστεγος και πλάνης, κύριε δήμαρχε, χωρίς πόρους και χρήματα επάνω του, όπως ο ίδιος βεβαιώνει, συνελήφθη εις κατάστασιν επαιτείας και αλητείας, με καλά πιστοποιητικά ωστόσο και τα χαρτιά του όλα εντάξει.»</para>
<para>«∆είξτε μου αυτά τα χαρτιά.» είπε ο δήμαρχος. Τα πήρε, τα διάβασε, τα ξαναδιάβασε, τα επέστρεψε και έπειτα διέταξε: «Ψάξτε τον.» Έκαναν σωματική έρευνα στον Ραντέλ και δεν βρήκαν τίποτε.</para>
<para>Ο δήμαρχος φαινόταν να βρίσκεται σε αμηχανία. Ρώτησε τον εργάτη:</para>
<para>«Τι κάνατε σήμερα το πρωί στον δρόμο;</para>
<para>- Έψαχνα δουλειά.</para>
<para>- ∆ουλειά; Στην δημοσιά;</para>
<para>- Πώς θέλετε να βρω δουλειά; Κρυμμένος μέσα στο δάσος;»</para>
<para>Κοιτάζονται και οι δυο με μίσος, σαν ζώα που ανήκουν σε εχθρικές ράτσες. Ο τοπικός άρχοντας ξαναείπε: «Θα πω να σας ελευθερώσουν, αλλά να μην σας ξαναπιάσω!»</para>
<para>Ο ξυλουργός απάντησε: «Θα προτιμούσα να με κρατήσετε. Βαρέθηκα να τρέχω μέσα στα χωράφια.»</para>
<para>Ο δήμαρχος πήρε αυστηρό ύφος:</para>
<para>«Πάψτε.»</para>
<para>Έπειτα διέταξε τους χωροφύλακες:</para>
<para>«Οδηγείστε αυτόν τον άνθρωπο διακόσια μέτρα έξω από το χωριό και αφήστε τον να συνεχίσει την πορεία του.»</para>
<para>Ο εργάτης είπε: «Πείτε να μου φέρουν να φάω κάτι, τουλάχιστον.»</para>
<para>Ο άλλος αγανάκτησε: «Αυτό μας έλειπε τώρα, να σε ταϊσουμε κιόλας! Ωραίο αστείο!”</para>
<para>Αλλά ο Ραντέλ επανέλαβε με σθένος: «Εάν μ’ αφήσετε πάλι να πεθάνω από την πείνα, θα με αναγκάσετε να κάνω κάτι κακό. Τόσο το χειρότερο για σας, τις κεφαλές.»</para>
<para>Ο δήμαρχος σηκώθηκε και επανέλαβε: «Πάρτε τον, γιατί στο τέλος θα θυμώσω.»</para>
<para>Οι δυο χωροφύλακες άρπαξαν από τα μπράτσα τον ξυλουργό και τον έσυραν έξω. Τους άφησε να κάνουν τη δουλειά τους, διέσχισε πάλι το χωριό, ξαναβρέθηκε στο δρόμο και όταν οι δυο άντρες τον οδήγησαν διακόσια μέτρα από το χιλιομετρικό ορόσημο, ο ενωμοτάρχης διέταξε: «Ορίστε, δρόμο τώρα και να μην σας ξαναδώ στο χωριό, διαφορετικά θα έχετε κακά ξεμπερδέματα.»</para>
<para>Και ο Ραντέλ ξανάρχισε την πορεία χωρίς ν’ απαντήσει και χωρίς να ξέρει πού πηγαίνει. Προχώρησε ίσα μπροστά ένα τέταρτο της ώρας ή είκοσι λεπτά, αποκτηνωμένος σε τέτοιο σημείο που δεν σκεφτόταν πια τίποτε.</para>
<para>Ξαφνικά όμως, την ώρα που περνούσε μπροστά από ένα σπιτάκι με μισάνοιχτο το παράθυρό του, η μυρωδιά βραστού βοδινού μπήκε στα σωθικά του και τον έκανε να σταματήσει αμέσως μπροστά σ’ αυτή την κατοικία.</para>
<para>Και αμέσως η πείνα, μια πείνα άγρια, που τρώει τα σωθικά, που τρελαίνει, τον κατέλαβε και παραλίγο να τον ρίξει, σαν να ήταν κτήνος, επάνω στους τοίχους του σπιτιού.</para>
<para>Είπε φωναχτά, ουρλιάζοντας: «Για όνομα του Θεού! Αυτή τη φορά πρέπει κάτι να μου δώσουν.» Και όρμησε στην πόρτα χτυπώντας την δυνατά με το ραβδί του. Κανείς δεν απάντησε· χτύπησε δυνατότερα φωνάζοντας: «Ε! ε! εσείς εκεί μέσα, ε! ανοίξτε!»</para>
<para>Καμία κίνηση· τότε πήγε στο παράθυρο, το έσπρωξε με το χέρι του και ο αέρας που ήταν εγκλωβισμένος μέσα στην κουζίνα, αέρας χλιαρός, όλος μυρωδιές από βραστό μοσχάρι με λάχανα, ξεχύθηκε έξω, στον κρύο αέρα.</para>
<para>Μ’ ένα πήδημα ο ξυλουργός βρέθηκε μέσα στο δωμάτιο. ∆υο πιάτα ήταν τοποθετημένα επάνω σ’ ένα τραπέζι. Οι ιδιοκτήτες, που είχαν πάει, χωρίς αμφιβολία, στη λειτουργία, είχαν αφήσει στη φωτιά το φαγητό τους, το καλό βραστό της Κυριακής με σούπα από λαχανικά.</para>
<para>Φρέσκο ψωμί περίμενε επάνω στην εστία ανάμεσα σε δυο μποτίλιες που φαίνονταν γεμάτες.</para>
<para>Ο Ραντέλ στην αρχή ρίχτηκε στο ψωμί, το έκοψε με τέτοια βία σαν να στραγγάλιζε άνθρωπο, έπειτα άρχισε να το τρώει λαίμαργα, με μεγάλες μπουκιές που τις κατάπινε γρήγορα. Η μυρωδιά όμως του κρέατος τον τράβηξε προς την εστία και, αφού σήκωσε το κάλυμμα της χύτρας, βούτηξε μέσα ένα πιρούνι και έβγαλε ένα μεγάλο κομμάτι βοδινό κρέας δεμένο μ’ ‘έναν σπάγκο. Έπειτα πήρε και λάχανα, καρότα, κρεμμύδια, μέχρι που γέμισε το πιάτο του και, αφού το έβαλε στο τραπέζι, κάθισε μπροστά του, έκοψε το βραστό σε τέσσερα κομμάτια και έφαγε σαν να ήταν στο σπίτι του. Αφού καταβρόχθισε όλο σχεδόν το κομμάτι του κρέατος και επιπλέον μια ποσότητα από λαχανικά, ένιωσε δίψα και πήγε να πάρει μια από τις μποτίλιες που βρίσκονταν επάνω στην εστία.</para>
<para>Μόλις είδε το ποτό μέσα στο ποτήρι του, διαπίστωσε ότι ήταν ρακί. ∆εν πειράζει, ήταν ζεστό, θα του άναβε φωτιά στις φλέβες και αυτό θα ήταν καλό, ύστερα από το κρύο που τράβηξε, κι έτσι ήπιε.</para>
<para>Το βρήκε καλό πράγματι, επειδή είχε χάσει τη συνήθεια να πίνει. Ξαναγέμισε το ποτήρι του και το ρούφηξε με δυο γουλιές και σχεδόν αμέσως ήρθε στο κέφι, χαρούμενος εξ αιτίας του αλκοόλ, λες και μια μεγάλη ευτυχία χύθηκε μες στα σωθικά του.</para>
<para>Συνέχισε να τρώει, πιο αργά τώρα, μασώντας αργά και βουτώντας το ψωμί του μέσα στο ζωμό. Το δέρμα σ’ όλο το κορμί του έκαιγε, κυρίως στο μέτωπο όπου χτυπούσαν οι φλέβες του.</para>
<para>Ξαφνικά όμως κάποια καμπάνα χτύπησε μακριά. Τελείωνε η λειτουργία και από ένστικτο μάλλον παρά από φόβο, το ένστικτο της σύνεσης που καθοδηγεί και κάνει διορατικές τις υπάρξεις που βρίσκονται σε κίνδυνο, σηκώθηκε ο ξυλουργός, έβαλε στη μια τσέπη το υπόλοιπο ψωμί και στην άλλη την μποτίλια με το ρακί, και στα κλεφτά πήγε στο παράθυρο και κοίταξε τον δρόμο.</para>
<para>Ήταν ακόμη τελείως άδειος. Πήδηξε και ξανάρχισε την πεζοπορία, αλλά, αντί να πάρει την δημοσιά, ξέφυγε μέσα από τα χωράφια προς ένα δάσος που διέκρινε.</para>
<para>Αισθανόταν ζωηρός, δυνατός, χαρούμενος, ευχαριστημένος από ό, τι είχε κάνει και τόσο ευλύγιστος που πηδούσε τους φράχτες των χωραφιών με τα πόδια ενωμένα και με ένα μόνο πήδημα.</para>
<para>Μόλις βρέθηκε κάτω από τα δέντρα, τράβηξε πάλι την μποτίλια από την τσέπη του και ξανάρχισε να πίνει με μεγάλες ρουφηξιές, περπατώντας. Τότε οι σκέψεις του μπερδεύτηκαν, τα μάτια του θόλωσαν και τα πόδια του λες και είχαν ελατήρια.</para>
<para>Τραγουδούσε ένα παλιό λαϊκό τραγούδι:</para>
<para>Α! Τι ωραία που είναι! Τι ωραία που είναι</para>
<para>να πάμε για φράουλες.</para>
<para>Περπατούσε τώρα επάνω σ’ ένα παχύ στρώμα βρύων, υγρό και δροσερό και αυτό το μαλακό χαλί κάτω από τα πόδια του του προκαλούσε μια τρελή επιθυμία να κάνει τούμπες σαν μικρό παιδί. Πήρε φόρα, έκανε μια τούμπα, ξανασηκώθηκε. Και ανάμεσα στα πηδήματα, ξανάπιανε το τραγούδι:</para>
<para>Α! Τι ωραία που είναι! Τι ωραία που είναι</para>
<para>να πάμε για φράουλες.</para>
<para>Ξαφνικά βρέθηκε στην κορυφή του πρανούς ενός δρόμου και είδε κάτω μια ψηλή κοπέλα, μια υπηρέτρια που επέστρεφε στο χωριό κουβαλώντας δυο κουβάδες με γάλα. Την παραμόνευε ξαπλωμένος με τα μάτια του να λάμπουν σαν του σκύλου όταν βλέπει το ορτύκι. Εκείνη τον διέκρινε, σήκωσε το κεφάλι της, άρχισε να γελάει και του φώναξε:</para>
<para>«Εσείς είστε που τραγουδάτε έτσι;»</para>
<para>Εκείνος δεν απάντησε και πήδησε στο κενό, παρόλο που το ύψος ήταν έξι πόδια τουλάχιστον.</para>
<para>Εκείνη του είπε, βλέποντάς τον ξαφνικά μπροστά της: «Θεέ μου, με τρομάξατε!»</para>
<para>Εκείνος όμως δεν την άκουγε, ήταν μεθυσμένος, ήταν τρελός, κυριευμένος από μια άλλη λύσσα πιο ανθρωποφάγα από την πείνα. Τον είχε εξάψει το αλκοόλ και η ακαταμάχητη οργή ενός ανθρώπου που στερήθηκε τα πάντα επί δυο μήνες, και είναι μισομεθυσμένος, και είναι νέος, όλο ορμή, φλεγόμενος από όλες τις επιθυμίες που η φύση έχει σπείρει στη ρωμαλέα σάρκα των ανδρών.</para>
<para>Η κοπέλα υποχώρησε μπροστά του, τρομαγμένη από το πρόσωπό του, από τα μάτια του, από το μισάνοιχτο στόμα του, από τα απλωμένα χέρια του.</para>
<para>Εκείνος την άρπαξε από τους ώμους και, χωρίς να πει μια λέξη, την έριξε επάνω στο δρόμο. Εκείνη άφησε να της πέσουν οι κουβάδες, που κύλησαν με μεγάλο θόρυβο χύνοντας το γάλα, έπειτα φώναξε, έπειτα, καταλαβαίνοντας ότι ήταν μάταιο να φωνάζει μέσα σ’ εκείνη την ερημιά, και βλέποντας τώρα ότι δεν ήθελε να την σκοτώσει, υπέκυψε χωρίς ιδιαίτερη λύπη και μεγάλη δυσαρέσκεια, επειδή ο νεαρός ήταν δυνατός, αλλά και πραγματικά πολύ βίαιος.</para>
<para>Όταν σηκώθηκε, η θέα των άδειων δοχείων της την γέμισε οργή, και βγάζοντας το τσόκαρο από το πόδι της όρμησε, με τη σειρά της, επάνω στον άντρα για να του σπάσει το κεφάλι, εάν δεν πλήρωνε το γάλα της. Εκείνος όμως, μην περιμένοντας μια τέτοια βίαιη επίθεση, και αφού είχε ξεμεθύσει κάπως, σαστισμένος, τρομαγμένος για ό, τι είχε κάνει, έτρεξε να σωθεί με όλη την ταχύτητα που του επέτρεπαν τα πόδια του, ενώ εκείνη του πετούσε πέτρες, που μερικές τον βρήκαν στην πλάτη.</para>
<para>Έτρεξε για πολλή ώρα, έπειτα ένιωσε τόσο κουρασμένος όσο ποτέ άλλοτε. Τα πόδια του είχαν ατονήσει σε σημείο που δεν μπορούσε πια να τα σύρει, οι σκέψεις του ήταν ανάκατες, ξέχναγε τα πάντα, δεν μπορούσε πια να σκεφτεί τίποτε.</para>
<para>Και κάθισε στη ρίζα ενός δέντρου. Σε πέντε λεπτά είχε αποκοιμηθεί.</para>
<para>Ξύπνησε από ένα μεγάλο τράνταγμα και ανοίγοντας τα μάτια είδε δυο τρίκωχα δερμάτινα και βερνικωμένα κασκέτα σκυμμένα επάνω του και τους δυο πρωινούς χωροφύλακες που τον κρατούσαν και του έδεναν τα χέρια.</para>
<para>«Το’ ξερα πως θα σε ξανατσάκωνα», είπε ο ενωμοτάρχης κοροϊδευτικά.</para>
<para>Ο Ραντέλ σηκώθηκε χωρίς να πει λέξη. Οι άντρες τον ταρακουνούσαν, έτοιμοι να του φερθούν άσχημα εάν θα πρόβαλε αντίσταση, επειδή τώρα ήταν η λεία τους, είχε γίνει θήραμα σε κλουβί, που το είχαν πιάσει κυνηγοί εγκληματιών και δεν θα το άφηναν ποτέ.</para>
<para>«Εμπρός, μαρς!» διέταξε ο χωροφύλακας.</para>
<para>Ξεκίνησαν. Το βράδυ έπεφτε απλώνοντας επάνω στη γη ένα</para>
<para>φθινοπωρινό σούρουπο, βαρύ και απαίσιο. Μετά από μισή ώρα φτάσανε στο χωριό.</para>
<para>Όλες οι πόρτες ήταν ανοιχτές, επειδή τα γεγονότα είχαν γίνει γνωστά. Χωριάτες και χωριάτισσες, που τους είχε ξεσηκώσει η οργή, λες και όλους τους είχαν κλέψει, όλους τους είχαν βιάσει, ήθελαν να δουν να περνάει ο άθλιος για αν του πετάξουν κατά πρόσωπο βρισιές.</para>
<para>Η κατακραυγή ξεκίνησε από το πρώτο σπίτι και τελείωσε στο ∆ημαρχείο όπου ο δήμαρχος περίμενε επίσης για να εκδικηθεί τον αλήτη.</para>
<para>Μόλις τον είδε φώναξε από μακριά: «Α, λεβέντη μου, να’ μαστε πάλι εδώ!» Και έτριβε τα χέρια του ικανοποιημένος όσο ποτέ.</para>
<para>Είπε πάλι: «Το είπα εγώ, το είπα μόνο και μόνο που τον είδα στο δρόμο»</para>
<para>Έπειτα, με διπλή χαρά πρόσθεσε: «Α! αχρείε,α! παλιάνθρωπε. Στο χέρι τα έχεις τα είκοσι χρονάκια, λεβέντη μου!»</para>
<datetexte>1 Ιανουαρίου 1887</datetexte>
</conte>
